Ἀλέξανδρος

Ἀλέξανδρος
Ἀλέξ - ανδρος: Alexander, Greek name of Paris, and perhaps a translation of that word. See Πάρις.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αλέξανδρος 1 — (Торони,Греция) Категория отеля: 1 звездочный отель Адрес: Τορώνι, Торони, 63072, Греция …   Каталог отелей

  • Ἀλέξανδρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλέξανδρος — defending men masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλέξανδρος — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Άλλο όνομα του Πάρη που του δόθηκε επειδή, όταν ήταν μικρός, βοήθησε στη διάσωση των κοπαδιών από επιδρομή ληστών «αλεξήσας ποίμνια», παρέχοντας δηλαδή σε αυτά προστασία. 2. Γιος του Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε στον… …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος ο Μέγας — (Πέλλα 356 – Βαβυλώνα 323 π.Χ.). Βασιλιάς της Μακεδονίας (336–323), γιος του Φιλίππου B’ και της Ολυμπιάδας, κόρης του βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου Νεοπτολέμου. Προικισμένος με σπάνια σωματική αντοχή και δύναμη (που του επέτρεψε να γυμνάσει… …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος ο Βάλας — Όνομα βασιλιάδων της Συρίας. 1. Α. ο Β. Α’. Βασιλιάς της Συρίας (150 145 π.Χ.). Διάσημος τυχοδιώκτης από τη Σμύρνη ή τη Ρόδο. Στον θρόνο της Συρίας αναρριχήθηκε έπειτα από συνωμοσία με τον Ηρακλείδη, τον οποίο είχε εκτοπίσει στη Ρόδο ο Δημήτριος… …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος Αβωνοτειχίτης — (105 – 171 μ.Χ.). Μυστικιστής από το Άβωνο της Θράκης. Ίδρυσε στο χωριό αυτό ένα θεραπευτήριο, το οποίο εξελίχθηκε σε κέντρο λατρείας και μυστηρίων. Τα μυστήρια αυτά διαιρούνταν σε τρεις βαθμούς, που ονομάζονταν ημέρες. Ο πρώτος βαθμός αφορούσε… …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος Ιεραπόλεως — (5ος αι. μ.Χ.). Αρχιεπίσκοπος στη Συρία. Ήταν φίλος του αιρετικού Νεστόριου και ενάντιος του Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Έλαβε μέρος στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο (431), όπου υποστήριξε τον Νεστόριο μαζί με τον Ιωάννη Αντιοχείας και τους άλλους… …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος Λογοθέτης — Βυζαντινός οικονομολόγος, κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού. Στάλθηκε από τον αυτοκράτορα στη Ραβένα της Ιταλίας για να επιτύχει την αναδιοργάνωση της επαρχίας και την πλήρη υποταγή των Γότθων που ετοιμάζονταν για εξέγερση μετά την αποχώρηση του… …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος Μιχαΐλοβιτς — (Τβερ 1290 – 1340). Ρώσος μεγάλος δούκας του Τβερ και του Πσκοβ. Διακρίθηκε στους αγώνες εναντίον των Τατάρων που κατείχαν τότε τη διαιρεμένη σε πολλές ηγεμονίες Ρωσία (13ος 14ος αι.). H στάση του αυτή προκάλεσε την οργή του χάνου (βασιλιά) των… …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος Νιέφσκι — I (Alexander Nevsky, 1220 – 1263). Ρώσος δούκας. Στις 15 Ιουλίου 1240 νίκησε τους Σουηδούς στον ποταμό Νέβα και σταμάτησε έτσι την εισβολή στο δουκάτο του Νόβγκοροντ. Από τη νίκη του αυτή στον Νέβα (Neva) πήρε το όνομα Νιέφσκι, με το οποίο έμεινε …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”